|
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΦΕΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΒΑΘΜΙΔΕΣ-ΤΑΞΕΙΣ.
Από τον πρώην χοροδιδάσκαλο του Συλλόγου Βασίλειο Πολατίδη.
«Μία φωτογραφία χίλιες λέξεις»
Το φέσι
Πρόκειται για εξάρτημα της ενδυμασίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πηγές αναφέρουν ότι το φέσι το φορούσαν κατά το αριστερό μέρος ή και προς το άλλο. Χτενίζονταν έτσι, ώστε μερικά μαλλιά να μένουν έξω από το φέσι και τα έστριβαν στο τέλος έξω από το φέσι. Όλη η ομορφιά εστηρίζετο στα μαλλιά.

Η βασίλισσα Αμαλία της Ελλάδας.
Όταν έφθασε στην Ελλάδα η Αμαλία ως σύζυγος του βασιλιά το 1837, άσκησε άμεση επίδραση στην κοινωνική ζωή και τη μόδα. Κατάλαβε από νωρίς ότι η ενδυμασία της οφείλει να μιμηθεί αυτή των νέων υπηκόων της, και έτσι δημιούργησε ένα ρομαντικό αυλικό ένδυμα, το οποίο έγινε το εθνικό γυναικείο ένδυμα, γνωστό ως Αμαλία. Η φορεσιά της Αμαλίας, που καθιερώθηκε ως επίσημη στολή της Αυλής, ήταν βασικά η αστική φορεσιά της Πελοποννήσου που συνηθιζόταν και στην Αθήνα.
Στο κεφάλι φοριέται το φέσι ή το καλπάκι. Το φέσι που αρχικά ήταν μεγάλο, το φορούσαν οι παντρεμένες με πολλούς τρόπους, κυρίως όμως σπαστό. Μεγάλη σημασία είχε η φούντα του, το παπάζι, καμωμένη από χρυσές κλωστές, πλεγμένες κοτσίδα και στολισμένες με μαργαριτάρια ή πούλιες.
Το φέσι το κάλυπταν με το μαύρο βέλο των Καθολικών όταν πήγαιναν στην εκκλησία. Το καλπάκι φοριόταν από τις ανύπαντρες γυναίκες.
Αυτό το φόρεμα έγινε η συνηθισμένη ενδυμασία όλων των Χριστιανών αστών γυναικών που κατοικούσαν σε πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. Η στολή Αμαλία φοριόταν ως το μακρινό Βελιγράδι.

Το Μαυρονόρος Γρεβενών είναι γενέτειρα του θρυλικού οπλαρχηγού Θεοδώρου Ζιάκα, του «Κολοκοτρώνη» της Δυτικής Μακεδονίας.
Τα περίφημα Σιατιστινά, Περιβολιώτικα και γενικά Βλάχικα καραβάνια, μετέφεραν την πραμμάτεια από άκρη γης. Οι Σιατιστινοί κουνδουράδες και παπουτσήδες έφερναν τα παπούτσια και τα κορδέλια, τις παντούφλες, τα πασούμια και τα τερλίκια, που μαστόρευαν στα αργαστήρια τους περίφημοι τεχνίτες, που έμαθαν την τέχνη στη Βιέννη και τη Βουδαπέστη, ενώ τα κόκκινα Γιαννιώτικα τσαρούχια με τις τρίχινες ή τις μπρισμένες ή τις μάλλινες φούντες, και τα σελάχια με τις πολλές δίπλες τις έφερναν από την Ήπειρο.

Εύζωνος με φέσι.
Κοζανίτες ταμπακάδες, χαλκιάδες και κουδουνάδες κουβαλούσαν τα πετσιά τους, που τα αργάσθηκαν στα ταμπάκικά τους, σε φασκιές βοδινές ή γουρουνίσιες, για τα τσαρούχια των χωρικών, τα χαλκώματα και τα κυπριά, τις γάστρες, τα γκιούμια, τα μπρίκια, τους τεντζερέδες, τις κουτάλες, τους ταβάδες, τα λεγγέρια, τα μπακράτσια και τα κακάβια.
Πανικά, αλατζάδες για τ' αντεριά, άσπρα και φουστανέλλες, ντράδες για παλτά από τη Φραγκιά, μεταξωτά μαντήλια για τις αρχόντισσες και μαύρα μπαμπακερά για τις φτωχές, φέλπες και στόφες για νυφικά, μπρισίμια και γαϊτάνια για τις σάρικες και τα συγκούνια, κουμπιά και ζάβες, έφερναν οι πραματευτάδες Μοσχοπολίτες, Γιαννιώτες και Ζαγορίσιοι.

Έφερναν ακόμα φέσια λογιών-λογιών για πλούσιους και φτωχούς, Τούρκους και Έλληνες, Βλάχους και Αλβανούς, σαρίκια για τους μπέηδες, τουρμπάνια για τους χοτζάδες και μουεζίνηδες, σαλβάρια και γιασμάκια για τις χανούμισσες και ζουνάρια άσπρα, κόκκινα και ριγωτά.
Οι Γκέγκηδες με τα καφετιά κεντημένα πουλτούρια τους και τα σαλβάρια τους, το φαρδύ άσπρο ζουνάρι και το άσπρο μικρό φέσι, έδιναν κι έπαιρναν με τους χαλβάδες τους, τον ταχινένιο, τον σουσαμένιο και τον μαύρο καρυδάτο, τα σερμπέτια τους και τους μπακλαβάδες τους, τα σάμαλι και τα καταϊφια τους, τα μπιμπλιά και τα ζαχαρομπίμπελα και τα ζαχαράτα, τα κοκοτσέλια στο ξυλάκι και τα μήλα τα ζαχαρωμένα. Άλλοι από αυτούς τριγυρνούσαν μέσα στον κόσμο με "μαστίχα" επάνω σ' ένα μεγάλο ξύλο, που με ένα μετελίκι ικανοποιούσαν όλα τα μικρά.

Κωνσταντίνος Κανάρης.
Νησιώτης ρωμαλαίος με Ελληνική ψυχή.
Το φέσι με το ντουλμπάνι ήταν απλά το κάλυμμα της κεφαλής του.
Τα Σέρβια είναι μια από τις σημαντικότερες πόλεις του Νομού Κοζάνης.
Οι γυναικείες ελληνικές φορεσιές των Σερβίων του καιρού εκείνου (19ος αιώνας) ήταν: Το πουκάμισο φτιαγμένο από υφαντό μεταξωτό, είχε όρθιο γιακά κεντημένο με "μπιντέμνια" δηλ. άσπρη δαντέλα κεντημένη με βελόνι και με μεταξωτή κλωστή, από μετάξι που κατεργάζονταν οι ίδιες οι νοικοκυρές στα σπίτια τους, στα οποία εκτρέφονταν κουκούλια (μεταξοσκώληκες). Η κάτω φούστα ήταν μάλλινη και πάνω από αυτήν φορούσαν το "μαλακόφι" δηλαδή φούστα χασιδένια, η οποία κάτω στον φαρμπαλά είχε ένα μετάλλινο ευρύ στεφάνι, καλυμμένο βέβαια με ύφασμα για να δίνει την φουσκωτή εμφάνιση στο φουστάνι σαν το κρινολίνο. Ούτε η μάλλινη φούστα, ούτε η χασιδένια έκλειναν μπροστά στο στήθος αλλά ήταν ανοιχτές για να φαίνεται το πουκάμισο το στολισμένο με μπιντέμνια. Επάνω σ' αυτή φορούσαν το "γελέκο" από στόφα ή τσόχα ανάλογα με την εποχή, το οποίο ήταν κεντημένο με χρυσό σιρίτι μόνο στο μπροστινό μέρος. Πάνω απ' αυτά φοριόταν το φουστάνι, ανοιχτό και αυτό στο στήθος για να φαίνεται το γιλέκο και το πουκάμισο. Το φουστάνι έπαιρνε το σχήμα του "μαλακοφιού" στο κάτω μέρος και γινόταν φουντωτό. Το φουστάνι ήταν φτιαγμένο από στόφα ή βελούδο. Επάνω απ' αυτά οι νεώτερες στην ηλικία γυναίκες φορούσαν τις "μπόλκες" δηλ. ζακέτες από σατέν ή βελούδο ή τσόχα ανάλογα με την εποχή και την οικονομική κατάσταση της κάθε μιας. Οι μπόλκες γύρω στο λαιμό και στα δυο μπροστινά φύλλα είχαν γούνα και δίπλα από τη γούνα και γύρω στο λαιμό και μπροστά ως κάτω και γύρω γύρω ήταν στολισμένες με "χάρτζια" δηλ. κεντήματα τα οποία γίνονταν με πεταλούδες και χάντρα διαφόρων μεγεθών. Οι ηλικιωμένες αντί για "πόλκες" φορούσαν τα "κιούρκια" ή "τζουμπέδες" τα οποία γίνονταν από τσόχα χρώματος μαύρου και έφταναν λίγο κάτω από τα γόνατα. Από μέσα τα κιούρκα ήταν ντυμένα με γούνα κατώτερης ποιότητας, γύρω γύρω όμως στο λαιμό και τα μπροστινά φύλλα είχαν γούνα άριστης ποιότητας. Τα καλοκαίρια δεν φορούσαν τις μπόλκες και τα κιούρκια, αλλά τα κοντογούνια τα λεγόμενα "λιμπαντέδες". Αυτά ήταν κοντά ως τη μέση, ήταν φτιαγμένα από τσόχα και σατέν με λίγη στενή γούνα γύρω στο λαιμό και μπροστά με "χάρτζια" ή χωρίς αυτά, ανάλογα με τις περιστάσεις.

Γεώργιος Καραϊσκάκης.
Ο φουστανελάς με το φέσι στο κεφάλι, προκάλεσε μεγάλο πονοκέφαλο στον Τούρκο κατακτητή.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Αμφισβητεί άραγε κανείς τη Ρωμιοσύνη του μεγάλου αυτού ανδρός;
Μάλλον όχι.
Το φέσι και το ντουλμπάνι στο κεφάλι δε στάθηκαν εμπόδιο στον αγώνα του 1821.

Και οι νησιώτες μας που πολέμησαν σθεναρά τον Τούρκο δυνάστη, φορούσαν τα φέσια. Στο κεφάλι, οι πολύ γριές και οι χήρες φορούσαν φέσια. Γύρω γύρω στα φέσια έδεναν μαύρα μαντίλια, που τα έλεγαν "νταρντμάδες". Οι "Βλάχσες", δηλ. αυτές που κατάγονταν από το Λιβάδι, επάνω στο φέσι και γύρω-γύρω απ' αυτό φορούσαν μαύρη φούντα την οποία κτένιζαν κατάλληλα έτσι ώστε να μην φαίνεται το φέσι. Οι γυναικείες κάλτσες, ήταν άσπρες μάλλινες χειροποίητες, τα λεγόμενα "σκφούνια" με λουλούδια χρωματιστά. Οι μύτες τους γίνονταν κόκκινες με λίγα λουλούδια. Λίγο αργότερα οι γυναίκες φορούσαν "τα κρέπια". Το "κρέπι" ήταν μαντήλι μεταξωτό σκούρου χρώματος μαύρο ή μπλε ή καφέ με δαντέλα μαύρη γύρω-γύρω που δένονταν σαν καπέλο. Οι "Βαροσλήδες" δηλ. οι γηγενείς Σερβιώτες φορούσαν "αντιριά" από ύφασμα μεταξωτό ή αλατζά ή σατέν χρώματος σκούρου τα οποία δίπλωναν με το ένα φύλλο πάνω στο άλλο.

Νικηταράς.
Στη μέση φορούσαν ζωνάρια μάλλινα ή μεταξωτά ή και λουριά. Στο λαιμό μπροστά φαινόταν το άσπρο πουκάμισο με πιέτες. Στο κεφάλι φορούσαν φέσια. Κάλτσες (σκφούνια) φορούσαν μάλλινες άσπρες ως τα γόνατα. Υποδήματα φορούσαν καλά ή και απλά "ντρουμπατζίκια". Υπήρχε και επίσημη στολή των πιο εύπορων ντόπιων, το "σιαλβάρι" φαρδύ παντελόνι σαν βράκα, που στις κνήμες στένευε και "πατούρια". Το σιαλβάρι ήταν κεντημένο με χρυσό σιρίτι στις τσέπες και στα πλάγια από το γόνατο ως πάνω.

Παπαφλέσας.
Στο στήθος φορούσαν το "τζιαμαντάνι" φτιαγμένο από το ίδιο ύφασμα με το σιαλβάρι κεντημένο με χρυσό σιρίτι γύρω-γύρω και με μανίκια , κάλτσες ίδιες και φέσι. Τα ίδια φορούσαν και οι "βλάχοι" δηλ. οι Σερβιώτες που κατάγονταν από το Λιβάδι. Οι "Ζευγαλατιανοί" δηλ. οι ντόπιοι Σερβιώτες γεωργοί φορούσαν τα πατούρια μαύρα στο χρώμα και πουκάμισα μακριά ως τα γόνατα. Από πάνω φορούσαν το "σιγκούνι" με μανίκια ζωσμένο στη μέση με ζωνάρι. Στα πατούρια έδεναν τις "γκέτες" με φούντες. Για υποδήματα είχαν παπούτσια ή τσαρούχια ή γουρνοτσάρουχα. Όλοι το χειμώνα πάνω από τις φορεσιές τους φορούσαν τα παλτά.

Οι Εύζωνες (ευ+ζώνες=οι καλά ζωσμένοι) είναι επίλεκτοι στρατιώτες του ελληνικού στρατού, ευρύτερα γνωστοί ως "τσολιάδες". Μέσα από την ιστορική δράση των ευζωνικών ταγμάτων, οι εύζωνες έχουν αναχθεί σε σύμβολα γενναιότητας για τον ελληνικό λαό.

Η ευζωνική ενδυμασία.
Οι Εύζωνες είναι παγκοσμίως γνωστοί για την ενδυμασία που φέρουν. Η φουστανέλα σχεδιάστηκε ως στολή για την Ανακτορική παλιότερα και σήμερα Προεδρική Φρουρά.


Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός συμβολισμών που αποδίδονται στα χαρακτηριστικά της ευζωνικής στολής. Για παράδειγμα, ο αριθμός των δίπλων της φουστανέλας φημολογείται πως είναι ίσος με τη διάρκεια (σε έτη) της περιόδου της Τουρκοκρατίας, δηλαδή 400. Παρόλ' αυτά, οι φουστανέλες που φέρουν στις μέρες μας οι Εύζωνες, σπάνια έχουν ακριβώς 400 δίπλες.
Τα υπόλοιπα μέρη που συγκροτούν την ευζωνική στολή είναι:
- Το "φάριο" (ή φάρεο). Είναι το καπέλο του εύζωνα. Το φάριο έχει κόκκινο χρώμα και είναι κατασκευασμένο από τσόχα. Στη θέση του μετώπου φέρει το ελληνικό εθνόσημο. Χαρακτηριστικό κομμάτι του φάριου αποτελεί η μακριά μαύρη φούντα, κατασκευασμένη από μετάξι. Το σχήμα της θεωρείται πως συμβολίζει το δάκρυ του Χριστού στη Σταύρωση. Παρομοιάζεται με το τουρκικό φέσι, αν και για ευνόητους λόγους η ελληνική πλευρά αποφεύγει το συσχετισμό.
Παρακάτω παραθέτω δείγματα φωτογραφιών από Έλληνες του Πόντου οι οποίοι εκτός άλλων κεφαλόδεσμων φέρουν και φέσια ή παπάχια.

Έλληνας αστός Τραπεζούντιος.


Ελληνικές οικογένειες στην Μπάφρα.


Έλληνες ένοπλοι στην Κρώμνη.
Φορούν ζίπκας, φέσια και πασλούκια

Ιστύλ Αγάς.
Φορά ζίπκα και παπάχ

Τα ευρωπαϊκά κοστούμια αντικατέστησαν τα ζίπκας και το παπάχ ή το φέσι τα πασλούκια

Έλληνες ένοπλοι στην Κρώμνη.
Φορούν ζίπκας, φέσια και πασλούκια

Το δημοτικό σχολείο Τοκάτης.
Άπαντες με φέσια

Έλληνες λαϊκοί οργανοπαίκτες στον Καύκασο.

Χορός στην Παναγία της Λάλογλους.
Κοστούμια ευρωπαϊκά - ζίπκας και παπάχια

Έλληνες λαϊκοί οργανοπαίκτες στον Καύκασο.

Έλληνες του Καυκάσου με ζίπκας, πασλούκια και παπάχια.

Έλληνες Κερασούντιοι.

Αλήθεια, αφού το φέσι δηλώνει Τουρκική εθνικότητα και ίσως και θρησκευτικότητα, τί θέση είχε άραγε σε μία Ελληνορθόδοξη οικογένεια όπως αυτή του χατζή Ιωάννη Φωστηρόπουλου;
Απορίας άξιον !!!
Δείγμα της ενδυματολογικής παράδοσης η οποία μακράν απείχε απο την εθνική συνείδηση αλλα και τη Χριστιανική πίστη των Ελλήνων του Πόντου.


Έλληνες στην εξοχή με κοστούμια ευρωπαϊκά και φέσια.

Κερασουντέϊκη οικογένεια.

Έλληνας Αστός Τραπεζούντιος.

Έλληνες στη Σαμσούντα φορούν ζίπκας και φέσια.

Κωνσταντίνος Χωλίδης Έλληνας του Καυκάσου.
Στις παραπάνω φωτογραφίες αποτυπώνεται μία αλήθεια που οι περισσότεροι Νεοέλληνες Πόντιοι δε θέλουν ή δε μπορούν να παραδεχθούν.
Στην περιοχή του Πόντου, όπως και σε όλες τις περιοχές όπου υπήρχε οθωμανική αυτοκρατορία είχαν καθιερωθεί συγκεκριμένες μορφές ή τύποι ενδυμασιών ανάλογες της κοινωνικής τάξης του καθενός.

Ο χατζη Ιωάννης Φωστηρόπουλος με τη σύζυγο του.
Όπου και αν δούμε ή ψάξουμε, από την Κρήτη ως την Κέρκυρα και την Ήπειρο, από το Μωριά ως τη Θράκη, από την Κύπρο ως την Καππαδοκία και τον Πόντο.
Αλλά και βορειότερα την Αλβανία τη Βουλγαρία και την Ανατολική Ρωμυλία, ο τύπος της λαϊκής ενδυμασίας είναι κυρίως ένας.

Κρητικοί βρακάδες με φέσια.

Κρητικός βρακάς με φέσι.

Κρητικός βρακάς με φέσι.
Αυτός που αποτυπώνεται στις φωτογραφίες που παραθέτω σε αυτό το ενημερωτικό απόσπασμα και αφορά τη χρονολογική απόληξη του περασμένου αιώνα. Στις αρχές του 20 ου αιώνα είχε πλέον καθιερωθεί το ευρωπαϊκό κοστούμι.

Ο Καπετάν Γιώργης Κωνσταντινίδης,
ισόβιος Δήμαρχος Κερασούντας, με την Ελληνική Δημογεροντία.
Στον Πόντο πλην ελάχιστων εξαιρέσεων νέων ανδρών που φορούσαν τα ζίπκας ελάχιστες φορές το χρόνο, οι υπόλοιποι φορούσαν επίσης τα ευρωπαϊκά κοστούμια. Οι γέροντες δεν υιοθέτησαν τα ευρωπαϊκά, αλλά ως πιο παραδοσιακοί στις συνήθειες τους κράτησαν τα ποτούρια και τα φέσια.

Κρωμναίοι Έλληνες.
Η εμμονή μας να θέλουμε να παρουσιάζουμε τους προγόνους μας ως μία μόνιμα μάχιμη κοινότητα ανθρώπων της οποίας η περιβολή είναι η ζίπκα με τον οπλισμό σαφώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ζίπκας φορούσαν και οι Λαζοί.
Αγωνιστές του 21 διακρίνονται επιμέρους στούς επιφανέστερους εξ αυτών Ήρωες του 21, που περιλαμβάνονται κυρίως στρατηγοί, ναυμάχοι καθώς και κληρικοί, στους επιφανείς οπλαρχηγούς και τέλος στους λοιπούς αγωνιστές.
Εμφάνιση - οπλισμός
Γενικά η εξωτερική εμφάνιση των Αγωνιστών εκείνων δεν ήταν όμοια, αφού ούτε οργανωμένοι σε τακτικό στρατό ήταν, αλλά ούτε και ίδια ενδυμασία έφεραν. Η ενδυμασία τους ήταν εκείνη που χρησιμοποιούσαν στον καθημερινό πολιτικό βίο τους. Έτσι άλλοι ήταν φουστανελάδες, (οι στεριανοί), άλλοι βρακοφόροι, (νησιώτες), άλλοι με φέσια, (όπως ο Γ. Καραϊσκάκης), άλλοι με σαρίκια, (όπως ο Νικηταράς), άλλοι με τσαρούχια και άλλοι όχι και σπάνια ανυπόδητοι (πυρπολιτές). Τα δε όπλα που χρησιμοποιούσαν κατά ένα μεγάλο μέρος προέρχονταν από λάφυρα. Μάλιστα στην αρχή του Αγώνα ελάχιστοι είχαν πυροβόλα όπλα, οι περισσότεροι ήταν οπλισμένοι με γιαταγάνια, χατζάρια και άλλα αγχέμαχα όπλα.
ΙΟΝΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ - ΤΜΗΜΑ ΑΡΧΕΙΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΟΝΟΜΙΑΣ Εργαστήριο Τεκμηρίωσης Πολιτιστικής και Ιστορικής Κληρονομιάς Διευθυντής: Θ.Γ. Παππάς, Καθηγητής
Στους Παξούς, οι άνδρες φορούσαν φέσι κόκκινο, καμιζέττο, πουκάμισο με πλατιά μανίκια, χωρίς γιακά. Οι άνδρες εγκατέλειψαν πολύ ενωρίς την παραδοσιακή τοπική φορεσιά και φόρεσαν τα φράγκικα του συρμού, Πληροφορήτρια: Αμαλία Γραμματικού (Λουκάτος, Δημήτριος, Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών -Καταγραφή 1957- εκδ. Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, Αθήνα 2002, σ. 49).

Οδυσσέας Ανδρούτσος.
Στη Σαλαμίνα ο φουστανελλάς φορούσε πάντα κλειστό [γιλέκο] ή φέρμελη [καμιλόζα] και τίρκια [περικνημίδες] φτιαγμένα από μαύρη τσόχα με διακόσμηση από σιρίτια, γαϊτάνια, [χάρτσια], τριχείλια και τιρτίρια σε βαθύ μπλέ χρώμα όπως και τα σούμπουλα [κουμπια ]. Το κόκκινο φέσι με τη μακριά μαύρη φούντα πάντα τσακισμένο πίσω. Το χασεδένιο πουκάμισο στο στήθος είχε πολλές και λεπτές πιέτες [πτυχές]. Η φουστανέλα ήταν φτιαγμένη από χασεδένιο - ράλλινο πανί που έφτανε μέχρι τα γόνατα.
Θέλω καταλήγοντας μετά την παράθεση - παραπάνω - λίγου μόνο φωτογραφικού υλικού από το ήδη υπάρχον σε διάφορες πηγές, να πώ ότι ο τρόπος που ένας λαός επιλέγει να εκφραστεί γλωσσικά, μουσικά, πνευματικά, ενδυματολογικά, χορευτικά κ.ο.κ. έχει να κάνει με πολλούς παράγοντες και αυτοί σαφώς είναι ιστορικοί, πολιτικοί, θρησκευτικοί, και άλλοι.
Πιστεύω, μετά από προσεκτική μελέτη και έρευνα τα τελευταία 15 χρόνια ότι η Ελλάδα η οποία έγινε θέατρο πολλών ανακατατάξεων πολιτικών και κοινωνικών μέσα από πολέμους, καταστροφές και εθνικούς σπαραγμούς, προσπαθούσε να κρατήσει όλα εκείνα τα στοιχεία που την χαρακτηρίζουν ως έθνος και λαό. Αυτό πάντοτε δεν ήταν εφικτό.
Η σύμπραξη με άλλα έθνη - λαούς επέφερε μοιραία αλλαγές, και σε όλα εκείνα τα στοιχεία της κουλτούρας της, όπως τη γλώσσα την ενδυμασία το χορό και το τραγούδι.
Προσωπικό μου πιστεύω είναι ότι Έλληνες δε μας κάνει η φουστανέλα, ούτε η ζίπκα ούτε το παντελόνι.
Όπως άντρες δε μας κάνουν τα παντελόνια, τα οποία είναι εφεύρεση του τελευταίου αιώνα μιας και οι πρόγονοι μας ζούσαν και κυκλοφορούσαν με φουστανέλες ή παλιότερα με μανδύες.
Όπως Τούρκους δε μας κάνει το φέσι ή το τουλπάνι.
Ρώσους δε μας κάνει το παπάχ ούτε η Κοζάκικη ενδυμασία που υιοθέτησαν οι Ελληνοπόντιοι στον Καύκασο και το Κάρς.
Δε μπορώ υπο καμία συνθήκη να δεχθώ ότι είμαστε περισσότερο Έλληνες από όλους του αγωνιστές του 1821, ούτε περισσότερο Έλληνες από τους Έλληνες Ποντίους πολιτικά πρόσωπα και αγωνιστές αντάρτες που βγήκαν στο βουνά για να διατρανώσουν τη φωνή της Ελευθερίας στην πίεση του Τούρκου ή όποιου άλλου δυνάστη.
Όλοι αυτοί ήταν γνήσιοι Έλληνες στην ψυχή και η Ελληνικότητα τους δεν είχε να κάνει με το φέσι ούτε με την ενδυμασία.
Θέλω να ζητήσω από την επιτροπή Πολιτισμού της ΠΟΕ σε θέματα χορού και ενδυμασίας αλλά και από το συντονιστή κ. Κωνσταντίνο Αλεξανδρίδη να κρατήσει το παρόν και να ορίσει κάποια μέλη της, τα οποία γνωρίζουν και ασχολούνται με το αντικείμενο να τοποθετηθούν εγγράφως παρουσιάζοντας όσα περισσότερα στοιχεία μπορούν να τεκμηριώσουν τα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία.
Βρίσκω απαράδεκτη τη στάση ορισμένων μελών της επιτροπής να χαρακτηρίζουν Νεόκοπους Μελετητές ανθρώπους που προσπαθούν να διασαφηνίσουν τα λαογραφικά στοιχεία που μας χαρακτηρίζουν σα λαό, πράγμα το οποίο αυτοί δεν έπραξαν όταν οι καιροί τους το επέτρεπαν, αλλά προτίμησαν να προσδώσουν στους χορούς στοιχεία ξένα ως προς τη δομή και το χαρακτήρα τους.
Ευτυχώς που η λαϊκή παράδοση δεν έχει ανάγκη κανένας χοροδιδάσκαλο για να επιβιώσει, αφού δε γεννήθηκε μέσα σε συλλόγους αλλά μέσα στην καρδιά και τη φαντασία του απλού λαού.
Εγώ ως χοροδιδάσκαλος και μελετητής της λαϊκής παράδοσης των Ελλήνων του Πόντου οφείλω να μην αποκρύπτω ούτε να αδικώ καμία περιφέρεια της πατρίδας μου. Έχω τα μάτια και τις αισθήσεις μου ανοιχτές σε όλες τις υφιστάμενες πληροφορίες μέσα από βιβλιογραφία και φωτογραφικά ντοκουμέντα.
Θεωρώ χρέος μου να αποτυπώνω όσο γίνεται πιστότερα τις παραδόσεις μέσα από τις μουσικοχορευτικές διαδικασίες.
Δεν είμαι της άποψης όλοι να ενδύονται μια και μόνη φορεσιά διότι αυτό δεν αποτελεί ιστορική αλήθεια όπως όλοι δε μπορούν να χορεύουν τους ίδιους χορούς διότι αυτό δεν αποτέλεσε ούτε αποτελεί πρακτική της κουλτούρας μας.
|